Η μέρα που μαζευτήκαμε για Helloween και Saxon ήταν από εκείνες τις κλασικές, οπαδικές γιορτές που θυμάσαι για χρόνια. Οι Saxon απέδειξαν μια ακόμα φορά οτι βάζουν κάτω μπάντες με τα μισά τους χρόνια, παραδίδοντας ένα σεμινάριο για το πώς παίζεται το ανόθευτο, ορθόδοξο, παραδοσιακό heavy metal ενώ οι Helloween ήταν απλά καταπληκτικοί, στήνοντας ένα ονειρικό, γεμάτο ενέργεια show που μας άφησε με το στόμα ανοιχτό. Όσο ισοπεδωτικοί όμως κι αν ήταν οι headliners, η μέρα είχε σημαδευτεί από νωρίς χάρη σε μια εμφάνιση που εξελίχθηκε σε πραγματικό θρίαμβο για το support σχήμα.

Ο λόγος για τους Ashes Of Ares που παίζουν μπάλα από το 2013, ή για να είμαστε τελείως ειλικρινείς, για τον τεράστιο Matt Barlow. Ο άνθρωπος είναι απλά φωνάρα και απίστευτος τύπαρος, μια από τις πιο υποτιμημένες (ίσως) και ταυτόχρονα αγαπημένες φιγούρες σε ολόκληρο το metal στερέωμα. Με το που πάτησε το πόδι του στη σκηνή, γέμισε τον χώρο με την επιβλητική του παρουσία και μας άφησε με το σαγόνι στο πάτωμα. Η φωνή του παραμένει ένα απόλυτο θηρίο· από τα βαθιά, γεμάτα θεατρικότητα και συναίσθημα γρυλίσματα μέχρι τις σπαρακτικές, καρφωτές ψηλές του, ο Barlow παρέδωσε μια διθυραμβική ερμηνεία, αποδεικνύοντας ότι το μέταλλο κυλάει στις φλέβες του πιο ζωντανό από ποτέ. Φυσικα να πούμε ότι στην κιθάρα ειναι ο Freddie Vidales ο οποίος πέρασε και αυτός ένα μικρό διάστημα από την παγωμένη Γη.


Το highlight της εμφάνισής τους, βέβαια, ήρθε όταν ο Barlow και η παρέα του τιμήσαν τη βαριά φανέλα των "Dark Saga" και "Something Wicked This Way Comes". Όταν ακούστηκαν άσματα όπως “Dark Saga”, “Violator”, “Vengeance Is Mine”, “Burning Times” από τα μυθικά έπη της χρυσής εποχής με τους Iced Earth, η Πλατεία Νερού ανατρίχιασε σύσσωμη. Ήταν μια στιγμή καθαρής οπαδικής ευτυχίας, με τον κόσμο (ήταν πίτα ο χώρος από νωρίς) να τραγουδάει κάθε στίχο και τον ίδιο να τα δίνει όλα πάνω στο σανίδι. Το εξαιρετικό όμως είναι ότι οι Ashes Of Ares δεν βασίστηκαν μόνο στο ένδοξο παρελθόν. Υποστήριξαν με τρομερά κάκαλα και το δικό τους υλικό, παίζοντας δικά τους κομμάτια που στάθηκαν περήφανα δίπλα στα κλασικά και έδειξαν ότι η μπάντα έχει πολύ σοβαρό εκτόπισμα. Ο Barlow ίδρωσε τη φανέλα, επικοινώνησε με τον κόσμο με μια αυθεντική, underground ειλικρίνεια και μας χάρισε μια εμφάνιση που θα μνημονεύουμε για καιρό. Η Ελλάδα σε αγαπάει Matt! Ξαναέλα!


“Coming Up: Saxon” έγραφε για κάμποση ώρα στις οθόνες παραπλεύρως της σκηνής και όποιος δεν είχε την τύχη να τους παρακολουθήσει στο παρελθόν, μάλλον δεν κατάλαβε ποτέ τι τον χτύπησε. Οι έχοντες γνώση ήξεραν τι να περιμένουν: ίσως την καλύτερη διαχρονικά live heavy metal μπάντα, σε άλλη μια ημέρα στη δουλειά. Μόνο που ακόμα και τώρα στην όγδοη δεκαετία της ζωής τους, δε διανοούνται να βγάλουν το μεροκάματο χωρίς να έχουν χύσει τόνους ιδρώτα. Tην Παρασκευή το απόγευμα και με περίπου μία ώρα στη διάθεση τους -ισχνότατος χρόνος για τα δεδομένα τους-, σίγουρα δεν έδωσαν την καλύτερη συναυλία τους, έδωσαν όμως οπωσδήποτε μία από τις πιο απολαυστικές.

Με αντίπαλο τους χρονικούς περιορισμούς λοιπόν, τίμησαν το πολύ καλό πρόσφατο “Hell, Fire And Damnation” με την old school γκρούβα του ομώνυμου κομματιού και από εκεί και πέρα βούτηξαν με τα μούτρα στα απόλυτα διαμάντια της εκτενούς δισκογραφίας τους, με την έμφαση να πέφτει αναμενόμενα στην καθοριστική ‘80s περίοδο τους. Oι κανονιοβολισμοί του “Dogs Of War” λειτούργησαν ως το απαραίτητο ‘90s ξεκάρφωμα, δίπλα σε ύμνους όπως το υπερηχητικό “Motorcycle Man”, το τσαμπουκαλεμένο “Strong Arm Of The Law” και το anthem-ικό “Denim And Leather”. H φωνή του Βiff Byford μοιάζει ανέγγιχτη από το χρόνο ακόμα και στα 75 του, ενώ ο κατά δύο έτη μικρότερος του Νigel Glockler παραμένει θηρίο πίσω από τα τύμπανα. Οι Doug Scarratt και Brian Tatler αντάλλασσαν riffs και solos σαν να παίζουν μαζί δεκαετίες, o Nibbs Carter αλώνιζε τη σκηνή χωρίς να χάσει νότα στο μπάσο και όλοι μαζί έφεραν με πάταγο τον “Heavy Metal Thunder” στην Πλατεία Νερού.

Αναμενόμενα, η αλητεία του “Wheels Of Steel”, η επική ατμόσφαιρα του “Crusader” και η ορμή του “Princess Of The Night” δε θα μπορούσαν να λείψουν από την εμφάνιση τους· για την ακρίβεια φόρμαραν μια ανίερη τριάδα που την οδήγησε όχι απλά στο κλείσιμο, αλλά στην κλιμάκωση της. Έχοντας επίσης παίξει νωρίτερα “Power And The Glory”, “Dallas 1 PM” και “And The Bands Played On” άφησαν τη σκηνή θριαμβευτές και το κοινό υπερπλήρες από κλασική περίπτωση υπερβολικής δόσης heavy metal.

Παραμιλώντας για αρκετά λεπτά μετά το πανηγύρι των Saxon, προσπαθούσα να ξεκουράσω κορμί και πόδια για να παρακολουθήσω από πάρα πολύ κοντά τα γενέθλια των τεράστιων Helloween. Θεωρώντας το 1983 σαν την επίσημη χρονιά ίδρυσης της μπάντας, σβήσαμε 43 κεράκια, το ίδιο το συγκρότημα προτιμά τα στρογγυλά 40 από την κυκλοφορία του ομώνυμου mini-album του ’85 πιθανώς, καθότι πέρσι τον Οκτώβρη ξεκίνησε η περιοδεία τους. Αφήνουμε στην άκρη όμως αυτές τις πληροφορίες και πάμε στα της συναυλίας. Ώρα 21.15 και το τεράστιο πανό των Γερμανών καλύπτει τη σκηνή. “Let Me Entertain You” από Robbie Williams στα ηχεία και μπάσιμο με “March of Time”.


Kανονικά εδώ τελειώνει κάθε κουβέντα, δηλαδή όταν το εναρκτήριο κομμάτι είναι ΑΥΤΟ, δεν μένει κάτι άλλο να πούμε. Ή μήπως όχι; Τον ύμνο του “Keeper of the Seven Keys, Part II” ακολουθεί ένας άλλος ύμνος από το τρίτο “Keeper…” και μιλάμε για το “The King for a 1000 Years”. Mε την εισαγωγή του, όπως πρέπει, παίχτηκε ολόκληρο χωρίς να κοπεί τίποτα. Μιλάμε για περίπου 14 λεπτά, με Andi Deris σε τρελά κέφια, πάντα με το χαμόγελο ο κερατάς, πάντα να δίνει την πιο ευχάριστη πλευρά του, με ενέργεια, γκριμάτσες και ό,τι άλλο φαντάζεται ο καθένας. “Future World” κατευθείαν μετά και ήδη έχουμε δύο ύμνους των ‘80s στην αρχή. Το συγκρότημα, έχοντας ένα stage show αντάξιο της περίστασης, έκανε τεράστια προσπάθεια να καλύψει όλα του τα άλμπουμ, πράγμα που δυστυχώς (αλλά αναμενόμενα) δεν κατέστη δυνατόν.


Τα “Pink Bubbles Go Ape”, “Chameleon”, “The Dark Ride”, “Gambling With The Devil”, “7 Sinners”, “Straight Out Of Hell” και “My God-Given Right” δεν έτυχαν εκπροσώπησης, αλλά τι να πρωτοπαίξουν πια κι αυτοί; Όλοι λίγο πολύ κάτι θέλαμε από μερικά από αυτά, αλλά δε νομίζω να έμεινε κανείς με το παράπονο. 2 ώρες κι ένα τέταρτο, 20 πλήρη κομμάτια κι ένα drum solo του Dani Löble είχε το πρόγραμμα, με ήχο αντάξιο της εορταστικής αυτής εμφάνισης κι εξαιρετική απόδοση μελών. Τίμησαν το “Giants & Monsters” με 4 κομμάτια, ίσως τα καλύτερα που θα μπορούσαν να διαλέξουν, με το κοινό να συμμετέχει περισσότερο στα “This Is Tokyo” και “A Little Is a Little Too Much”.

Καλά έκαναν και δεν ακούμπησαν το “Helloween” του ’21 (τεράστια δισκάρα), μιας και το τίμησαν δεόντως την προηγούμενη φορά κι έτσι υπήρχε χώρος για άλλο υλικό. Ευχάριστες και ταιριαστές εκπλήξεις αποτέλεσαν τα “Hey Lord!”, “In the Middle of a Heartbeat” και “Hell Was Made in Heaven”, ταξίδι πίσω στο παρελθόν τα “Ride the Sky”, “Heavy Metal (Is the Law)” με Kai Hansen σε διπλό ρόλο κιθαρίστα-τραγουδιστή και το “I Want Out” vα προκαλεί τον μεγαλύτερο πανικό. Όμως, ήρθε η μεγαλοπρεπέστατη εκτέλεση του “A Tale That Wasn't Right” να τα σκεπάσει όλα. Kiske και Deris καθισμένοι στις καρέκλες αρχικά με τις ακουστικές κιθάρες τους και μετά όλους τους υπόλοιπους σε ένα απίστευτο μπάσιμο που «μεγάλωσε» κι άλλο το κομμάτι.

Το “Halloween” έκλεισε το κυρίως μέρος, με άλλους 3 αειθαλείς δυναμίτες να ακολουθούν. Ο αετός ανοίγει τα φτερά του στο “Eagle Fly Free”, ακολουθεί το “Power” και σειρά παίρνει ο τρελογιατρός του “Dr. Stein” που για σβήσιμο ακολουθείται μόνο από το τελευταίο ρεφρέν του “Keeper of the Seven Keys”. 135 λεπτά ασταμάτητου power metal έφτασαν στο τέλος τους μετά από άλλη μια τεράστια εμφάνιση (όπως το ’23). Αν υπάρχει, που δεν υπάρχει κανονικά, λόγος για παρατηρήσεις, θα μπορούσαμε να πούμε πως αυτή τη φορά ο Michael Kiske ήταν πάντα λίγο πιο πίσω. Ο Deris έμπαινε συνήθως πρώτος, ακόμα κι αναλάμβανε ολόκληρες τις εκτελέσεις, επωμίστηκε την επικοινωνία με το κοινό και γενικά είχε το ρόλο του frontman.

Προσωπικά δεν με ενόχλησε καθόλου, ειδικά αν αυτό βοηθάει τον Kiske να έχει ανάσες κι ενέργεια για να βγάζει τα τόσο απαιτητικά δίωρα που παίζουν. Dani Löble σε προσκυνάω, αστείρευτες δυνάμεις, ακούραστος, δεν χάνει χτύπημα, δεν κάνει λάθος και δεν ξεκουράζεται ποτέ. Νομίζω πως αντέχει κι άλλο τόσο να έπαιζαν. Kai Hansen, Markus Grosskopf, Weikath και Sascha στα γνωστά τους στάνταρ. Δεν υστέρησε κανείς και τίποτα, πέρασε τόσο ευχάριστα ο χρόνος που δεν σε νοιάζει τίποτα μετά. Έτσι έκλεισε μια βδομάδα που μας έφερε 3 φορές συνολικά στην Πλατεία, κουρασμένοι στο τέλος μεν, με έντονες αναμνήσεις δε. Εύχομαι οι Κολοκύθες να συνεχίσουν να απολαμβάνουν την τρομερή αυτή δημοτικότητα, να βγάζουν δισκάρες και να μας έρχονται συχνά. Τα λέμε στις 25 του μήνα.
Για το Rock Overdose,
Μιχάλης Τσολάκος (Helloween)
Δημήτρης Σούρσος (Saxon)
Νικόλας Καλογήρου (Ashes Of Ares)
Φωτογραφίες: Γιάννης Λιβανός JohnMetalmanPhotography











